1. Διαβάτη φτωχό, δυστυχή συχνάαπαντώ στον δρόμο όπου περνώ.Βοήθεια ταπεινά ζητεί,και δεν μπορώ να του τ’ αρνηθώ.Το όνομά του δεν ρωτώ,πού πάει και πώς να ’φτασ’ εδώ.Όμως κάτι στο βλέμμα αυτόαγάπη ζητά, γεννάει σεβασμό.
2. Μία φορά που λιμοκτονούσε,το μικρό γεύμα προσέφερα.Χωρίς λέξη το πήρε, το ευλόγησε,στους δυο μας το μοίρασε.Σαν αγγέλου ήταν αυτ’ η τροφήπου οι δύο μοιραστήκαμε,γεύση είχε σαν μάννα πό τον ουρανόπου σώζει και δίνει ζωή.
3. Και όταν κάποτε νερόανάβλυσε από μια πηγή,νερό καθαρό, δροσερόπου δίνει ζωή και δύναμη μαζί.Τον συνέτρεξα τον φτωχόκι από την κούπα μου τρις ήπιε νερό.Μα μου έδωσε όμως να πιωκι εγώ και δίψα πια δεν θα αισθανθώ.
4. Ήταν νύχτα, χειμώνας, σκότος,έξω έβρεχε δυνατά.Τη φωνή του σαν άκουσα ’κεί,στο σπίτι τον έφερα εδώ να μπει.Ζεστά ρούχα τού ’δωσα να ντυθεί,κρεβάτι για ν’ αναπαυθεί.Σαν κοιμήθηκα κι εγώ,σε κήπο Εδέμ ένιωθα πως περπατώ.
5. Σαν τον βρήκα σε άκρη δρόμουήταν γυμνός, ναι, σχεδόν ημιθανής.Κρασί, λάδι, νερό πρόσφεραγια να τον κάνω να γίνει καλά.Τις δικές μου τις πληγέςδεν εφανέρωσα ποτέ σ’ αυτόν,μ’ από τότε συγχώρεσακαι ξέχασα, για πάντα γιατρεύτηκα.
6. Στη φυλακή τον βρήκαένοχο προδοσίας, κατάδικο,από ψέμ’ ανθρώπων κακώνπου φέρνουνε μόνο τον αφανισμό.Ντροπή δεν ένιωσα,μόνο φιλία του προσέφερακαι σαν ρώτησε αν θα πεθάνω γι’ αυτόν,«ναι» απάντησα θαρρετά.
7. Σε μια στιγμή το βλέμμα μουτον ξένο αναγνώρισε.Γνωστά τα σημάδια στα χέρια του,ο Σωτήρας έστεκε εδώ.Με τ’ όνομά μου με κάλεσεκαι είπε πως είναι αληθινό.Όποιος κάνει το καλό θαείναι σαν να το κάνει στον Κύριο.
Κείμενο: Τζέιμς Μοντγκόμερυ, 1771-1854
Μουσική: Τζωρτζ Κόουλς, 1792-1858, τροπ.
Ο ύμνος τραγουδήθηκε πριν από τον μαρτυρικό θάνατο του Προφήτη Τζόζεφ Σμιθ.